Page not found

Παράλληλα με τα γεγονότα που τρέχουν στο South Side, δυο γυναίκες απασχολούν τον Bruce αυτή την περίοδο: η αινιγματική Gangrel Primogen Μίριαμ και η θνητή Catherine. Η κάθε μια προσφέρει στον Dragon άλλου είδους εμπειρίες και συγκινήσεις, κρατώντας τον μόνιμα σε εγρήγορση.

Τα σαγόνια του Καρχαρία

Ένα βράδι παγερό με ξαστεριά, το τηλέφωνο του Bruce χτυπάει. Στην απέναντι γραμμή είναι η Μίριαμ: “Καλησπέρα Bruce, τι θα έλεγες να βγούμε για ψάρεμα; Την τελευταία φορά ήσουν απασχολημένος με το νοσοκομείο σου και δεν μπορούσες να χαλαρώσεις, σήμερα όμως;” Ο Bruce αποδέχεται την πρόσκληση χωρίς δισταγμό. Δίνουν ραντεβού στο ίδιο μέρος, και ο Bruce βγαίνει γρήγορα στον σταθμό των ταξί για να τραφεί και άμεσα φεύγει προς την μαρίνα του Dusable Harbor στο Near North Side.

Το γιώτ της Μίριαμ είναι με τις μηχανές αναμένες. Ένας πολύ χαμηλός φωτισμός ορίζει τις γραμμές του σκάφους, ενώ πέρα στην πλώρη φαίνεται η λυγερή φιγούρα της Μίριαμ, ντυμένη με ένα αέρινο ολόσωμο μαύρο φόρεμα. Δυο μέλη του πληρώματος με χειμωνιάτικη ναυτική στολή ασχολούνται με τις προετοιμασίες του απόπλου. Ο Bruce ανεβαίνει στο σκάφος και πλησιάζει την Μίριαμ, η οποία τον καλωσορίζει και κάνει ένα ανεπαίσθητο νεύμα στο πλήρωμα να ξανοιχτούν.

“Καλησπέρα αγαπητέ, η σημερινή νύχτα είναι πανέμορφη, ξάστερος ουρανός, ένα ελαφρό αεράκι να ταράζει τα νερά, εκπληκτική ορατότητα... αλήθεια, έχεις ξαναψαρέψει;”
“Όχι, πάντα έπληττα αφόρητα όσες φορές το δοκίμασα”, απαντά ο Bruce. “Ίσως όμως με εσένα τα πράγματα να είναι διαφορετικά”, της χαμογελά.

Το σκάφος έχει ανοιχτεί αρκετά, αφήνοντας πίσω τον ήχο της πόλης, ώσπου όλο το Σικάγο δεν είναι παρά μια γραμμή φωτός παράλληλη με την ακτογραμμή. Ο ρυθμικός ήχος του παγωμένου νερού δεσπόζει στις αισθήσεις. Οι μηχανές σβήνουν, και η Μίριαμ πλησιάζει κρατώντας μια μικρή θήκη στα χέρια της. “Έφερα τα σύνεργα”, ανακοινώνει και ανοίγει τη θήκη για να αποκαλύψει δυο μεγάλα στρατιωτικά μαχαίρια. Προσφέρει το ένα στον Bruce, ο οποίος το δέχεται με μια έκφραση απορίας. Ξαφνικά, από το πίσω μέρος του σκάφους ακούγεται ένα μεγάλο σπλατς, σαν κάτι βαρύ να ρίχνεται μεμιάς μέσα στο νερό. Ο Bruce συγκεντρώνεται στις αισθήσεις του και παρατηρεί την επιφάνεια της λίμνης, ώσπου ξαφνικά διακρίνει ένα πτερύγιο καρχαρία να προεξέχει λίγα μέτρα από το σκάφος, κινούμενο γοργά.

Κοιτά την Μίριαμ, η οποία του γνέφει προς το νερό. “Είσαι σίγουρη;”, της λέει, κρύβοντας όσο μπορεί την ανασφάλεια που νοιώθει με την κατάσταση. Ο Bruce είναι ένα ον της πόλης, καταφερτζής σε κάθε κοινωνική κατάσταση, αλλά η μοναξιά της λιμνης και το δέος που προκαλεί ο μέγας κυνηγός των θαλασσών με τα τριακόσια του κιλά δεν είναι κάτι που είναι συνηθισμένος να αντιμετωπίζει. “Bruce, είμαστε στην κορυφή της πυραμίδας. Αυτό δεν είναι παρά ένα παιχνίδι”, ανταπαντά η Miriam και αρχίζεινα γδύνεται. Ο Bruce ακολουθεί διστακτικά. Μένει γυμνός με το μαχαίρι στο ένα χέρι και πηδάει μέσα στο παγωμένο νερό.

Η μεγάλη λίμνη τον αγκαλιάζει και του πλημμυρίζει τις αισθήσεις με νέα ερεθίσματα. Το Beast είναι ερεθισμένο, το ξένο περιβάλλον και ο αόρατος κίνδυνος που κολυμπά κάπου παραδίπλα το κρατάν σε εγρήγορση. Ο Bruce προσπαθεί να προσανατολιστεί και να βρει τις σταθερές του μεσα στο παγωμένο νερό. Μένει ακίνητος, σβήνοντας κάθε εσωτερική παρεμβολή όπως μόνο οι Mekhet ξέρουν, και δεν αργεί να εντοπίσει τον καρχαρία: το ζώο είναι φρικαρισμένο, ένας θαλάσσιος καρχαρίας στο γλυκό νερό. Κινείται γρήγορα αλλά σπασμωδικά, χωρίς στόχο ή σιγουριά, είναι σαφέστατα το θήραμα σε αυτή την αναμέτρηση. Η Μιριαμ είναι κοντά και παρατηρεί τον Bruce, κολυμπώντας με χάρη στο πλάι του. Ο Bruce της κάνει νόημα πως θα πλησιάσει και ξεκινά γοργά προς τον καρχαρία.

Όταν είναι στα λίγα μέτρα, το τεράστιο ζώο τον αντιλαμβάνεται και παίρνει μια αμυντική στάση δείχνοντας τα σαγόνια του. Στο αντίκρυσμα του τρομερού αυτού θεάματος, το κτήνος μέσα του σκιρτά, ουρλιάζει να πάρει τον έλεγχο. Αν ήθελε, ίσως και να μπορούσε να το δαμάσει, αυτή όμως είναι μια στιγμή που ο ενστικτώδης κυνηγός πρέπει να βγει στην επιφάνεια. Ο Bruce αφήνεται και καλωσορίζει το κτήνος. Οι μνήμες γίνονται θολές: ένας χορός θανάτου, ο Bruce να τραβά το κήτος προς αυτόν, η Μίριαμ καρφώνεται στην κοιλιά του, ο Bruce στοχεύει στο κεφάλι, αίμα που γεμίζει το νερό, οι μύες να κινούνται με υπερφυσική ταχύτητα καίγοντας μέσα στο παγωμένο νερό, η τέρψη του άρχοντα Beast στην αρχέγονη αναμέτρηση κηνυγού και θηράματος.

Όταν πια κάποια λεπτά αργότερα το Beast υποχωρεί και ο Bruce ανακτά τον έλεγχο, βρίσκει τον εαυτό του να επιπλέει στην επιφάνεια σε μια λίνη αίματος που εκτείνεται για δεκάδες μέτρα. Παραδίπλα κολυμπά νωχελικά η Μίριαμ, τα μάτια της σπινθηρίζουν με μια μεταοργασμική ικανοποίηση. Τον πλησιάζει και τον φιλά φευγαλέα στο στόμα. “Ήσουν εκπληκτικός, σίγουρα δεν το έχεις ξανακάνει;”
“Ξέρεις, η σχέση που έχω εγώ με το Beast δεν -”
“Κάθε στιγμή έχει τις ανάγκες της. Μη μου αρχίσεις με τις φιλοσοφίες του Ordo, το Κηνύγι είναι κομμάτι της φύσης μας και το Beast ο καλύτερος σύντροφος και οδηγός σε αυτές τις καταστάσεις.”
“Ας συμφωνήσουμε να διαφωνούμε στο πώς δαμάζει ο καθένας το κτήνος του. Θαυμάζω τον τρόπο σου, αλλά ο δρόμος μου είναι διαφορετικός.”, απαντά συμβιβαστικά ο Bruce. “Πάντως μπορώ να πω πως το απόλαυσα!”

Ανεβαίνουν στο σκάφος, ντύνονται με ζεστά λευκά μπουρνούζια και ξεκινούν την αργή επιστροφή προς τα φώτα της πόλης. “Είσαι ένας πραγματικά μυστηριώδης τύπος, Bruce. Παρατηρώ τις κινήσεις σου τελευταία και εκπλήσσομαι, οι κινήσεις σου δεν θυμίζουν τους άλλους kindred. Σου πρόσφερα μια χάρη, μήνες πριν, και την κράτησες σοφά αντί να την πετάξεις στην πρώτη επιθυμία της στιγμής. Πρόσφερες την ζωή σου για το Ordo στην αναμέτρηση με τους Λυκανθρώπους, χωρίς να ζητήσεις ανταλλάγματα. Μετά έπαιξες την φήμη σου για ένα Carthian νοσοκομείο στο South Side, και όταν η μεριά που υποστήριζες πήρε δικαιώματα και προνόμια, για άλλη μια φορά ο Bruce μένει με άδειες τσέπες και ένα χαμόγελο στο πρόσωπο. Τι παίζει με εσένα;”
“Αυτό που ζητάω είναι η δράση, η περιπέτεια, η έξαψη της στιγμής, η υπέρβαση μιας πρόκλησης. Δεν έχω ανάγκη κάτι παραπάνω.”
“Τόσο μοναδικός και σπάνιος”, μουρμουρίζει η Μίριαμ σαγηνευτικά, “να βρισκόμαστε πιο συχνά.”

 

Η άλλη όψη της Catherine

Ένα μοναχικό και ήσυχο βράδι μέσα στην αναμπουμπούλα των εξελίξεων στο South Side, ο Bruce βρίσκει τον εαυτό του να συλλογίζεται, ανασκαλίζοντας τα γεγονότα των τελευταίων μηνών. Είναι μια διαλογιστική τακτική που μαθαίνουν οι Dragons από νωρίς, που τους επιτρέπει να κρατούν την κριτική τους ικανότητα ακμαία και να παραμερίζουν το Fog of Eternity που διαβρώνει τη μνήμη τους. Μέσα στον συλλογισμό θυμάται και την Catherine Reese, τον σύνδεσμό του στους οίκους δημοπρασιών που η κατάσταση την έφερε στα χέρια του σαδιστή D’Angelo κατά την αναζήτηση των λυχνιών του Τέσλα. Στα γεγονότα εκείνων των ημερών, η Catherine κατέληξε blood bound στον Bruce, με το vitae να αποτελεί όχημα για την φυσική της θεραπεία.

Πάνε μήνες από την τελευταία φορά που είχε νέα της. Παρορμητικά, αρπάζει το τηλέφωνο και καλεί τον αριθμό της. Δυο χτυπήματα και ακούγεται μια γυναικεία φωνή: “Bruce!” Ένας συγκαλυμένος ενθουσιασμός στην προσφώνηση. “Καλησπέρα σου, τι γίνεσαι;”
“Ήθελα να σε δω, μου έλειψες.” Σα να νοιώθει την ευτυχία της να εκπέμπει από μακριά.
“Είμαι στο σπίτι μου, θέλεις να περάσεις;”
“Θα είμαι εκεί σε μια ώρα.”

Ντύνεται σινιαρισμένα, παίρνει ένα καλό αμάξι από το γκαράζ και κατευθύνεται βόρεια προς το Edgewater, την high-class μικρή παραλιακή συνοικία όπου είναι το διαμέρισμα της Catherine. Ανεβαίνει στον πέμπτο και χτυπά το κουδούνι της εξώπορτας. Η πόρτα ανοίγει το επόμενο δευτερόλεπτο, και αποκαλύπτει την Catherine ντυμένη προσεκτικά-ατιμέλητα.

Ο Bruce σαστίζει βλέποντάς την - είναι πανέμορφη! Πάντα η παρουσία της Catherine ήταν ισχυρή, ο συνδυασμός τρόπων και εκλεπτυσμένης γοητείας μαζί με το νεαρό της ηλικίας της την έκαναν να ξεχωρίζει, αλλά αυτή τη στιγμή πραγματικά λάμπει, εκπέμποντας μια ασυγκράτητη έλξη. Δεν έχει αλλάξει κάτι συγκεκριμένο, κάτι απτό - απλά είναι πιό τέλεια. Η Catherine, ίδια και συνάμα τόσο διαφορετική. Χαμογελά πλατειά.

Η Catherine τον καλωσορίζει και τον οδηγεί στο σαλόνι. Το σπίτι της είναι λιτό και καλόγουστο, με μεγάλους χώρους και εντυπωσιακά έργα τέχνης να συμπληρώνουν την ατμόσφαιρα σε αρμονία με μια designer διακόσμηση.

“Θέλεις να πιείς κάτι; Έχω ένα ολόκληρο μπαρ στη διάθεσή μας.”
“Σε ευχαριστώ, αλλά δεν πίνω αλκοόλ.”
“Α βέβαια, εσύ πίνεις μόνο από τα άλλα, τα ιδιαίτερα”, χαμογελά η Catherine. Βάζει ένα ποτήρι για τον εαυτό της και πλησιάζει στον καναπέ. Ο Bruce την παρατηρεί. Γιατί είναι τόσο συναρπαστική;
“Σε βλέπω πολύ καλά Catherine, λάμπεις!” Κοκκινίζουν τα μάγουλά της, κάτι που αυξάνει ακόμη περισσότερο το δέλεαρ. “Είμαι καλά Bruce. Άφησα το παρελθόν πίσω και βούτηξα με μανία στο παρόν. Θέλω έντονες καταστάσεις.”
“Δηλαδή; Άφησες τις δουλειές σου με τις δημοπρασίες;”
“Όχι, κάθε άλλο, απλά ας πούμε πως στόχευσα περισσότερο το πεδίο μου. Υπάρχουν πολλά είδη τέχνης και πολλοί συλλέκτες. Τελευταία γνώρισα μερικά νέα κυκλώματα, με ιδιαίτερα γούστα, ανθρώπους που με οδήγησαν σε νέες εμπειρίες.”

O Bruce την ακούει να του μιλά για έργα που απεικονίζουν πόθο και πάθη, για εκλεκτικούς συλλέκτες, μυστικές συναντήσεις και σεξουαλικά όργια σε επαύλεις των βορείων προαστείων, ίντριγκες και μυστικά της πλούσιας ελίτ της μητρόπολης. Την ακούει να λέει πως είναι ευτυχισμένη, αλλά κρύβει μια μοναξιά και ένα εσωτερικό κενό που σα να πασχίζει απεγνωσμένα και απρόσεκτα να γεμίσει. Παράλληλα, κρέμεται από τα χείλη του, προσπαθεί να τον ευχαριστήσει, είναι δική του να την πάρει όποτε θέλει, κραυγάζει η γλώσσα του σώματός της. Ο βρικόλακας την αγκαλιάζει, η Catherine σκιρτά με ρίγος. Της δαγκώνει τα χείλη και αυτή κλείνει τα μάτια και παραδίδεται στην απόλαυση.

Ο Bruce απολαμβάνει το ζεστό αίμα, αλλά μερικές στιγμές μετά - πολύ σύντομα! - ακούει την καρδιά της να αραιώνει τους χτύπους της. Είναι αδύναμη, σαν να έχει τραφεί άλλος! Σταματά βιαστικά. “Είσαι καλά; Μήπως νοιώθεις αδύναμη;”, την ρωτά. “Είμαι μια χαρά. Μη σταματάς”, τον προτρέπει εκείνη. Την οδηγεί στό κρεβάτι, κόβει λίγο το χείλος του ώστε να μπορεί να της δώσει από το δικό του Vitae, και ξεκινούν ένα αισθησιακό γαμήσι.

Αργότερα, η Catherine έχει αποκοιμηθεί αποκαμωμένη, και ο Bruce περιδιαβαίνει στο σπίτι, εξετάζοντας με την ερευνητική του ματιά το περιβάλλον. Σε ένα μικρό ράφι βρίσκει μια φωτογραφία της Catherine που έχει παρθεί πριν μερικά χρόνια. Την σηκώνει στα χέρια του και την μελετά - η εικόνα της φωτογραφίας είναι η Catherine όπως την θυμόταν μέχρι χθες. Δίπλα, η μορφή της σημερινής Catherine στο κρεβάτι να ανασαίνει απαλά. Η διαφορά είναι υπαρκτή αλλά απροσδιόριστη, έχει ομορφύνει ξαφνικά, αλλά πώς; Οι γνώσεις και η αντίληψή του δεν τον βοηθούν να καταλάβει τί είναι αυτό που δεν αντιλαμβάνεται, μια αίσθηση που του προκαλεί ιδιαίτερη ενόχληση. Κάτι παίζει, αλλά τι; Δεν βρίσκει τίποτα στο σπίτι που να του δίνει απαντήσεις. Τελικά, την αφήνει να κοιμάται και επιστρέφει πίσω στη νύχτα που πάει να φύγει και γυρνά στο haven του.

Τις επόμενες νύχτες σκέφτεται τα όσα είδε και δεν κατάλαβε, με μια ανησυχία. Η Catherine κινδυνεύει και δεν έχει το γνωρίζει, μάλλον έχει μπλεχτεί και άλλος kindred στη ζωή της. Ο Bruce αποφασίζει να ερευνήσει περαιτέρω. Θυμάται πως στη συζήτησή τους η Catherine ανέφερε πως το ερχόμενο σαββατοκύριακο θα πάει σε μια από αυτές τις ιδιαίτερες συναντήσεις, και αποφασίζει να την συνοδέψει. Κανονίζουν να βρεθούν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής.

 

Όργια στην έπαυλη

Φτάνει το επίμαχο βράδι, και ο Bruce με συνοδεία λιμουζίνας παίρνει την Catherine από το σπίτι της. Η νύχτα είναι μασκέ, και ο Bruce έχει επιλέξει μια λευκή μάσκα με απολύτως ανέκφραστο πρόσωπο. Η Catherine φορά μια μάσκα της σχολής της Βενετίας, πραγματικό κειμήλιο. Ο οδηγός τους πηγαίνει στο Stonegate, στο προάστειο με τις επαύλεις των πολυεκατομμυριούχων, και παρκάρουν μπροστά από μια τεράστια μεταλλική καγκελόπορτα. Στο βάθος πέρα από τον κήπο που φωτίζεται με κεριά δεσπόζει το Stonegate Manor, ένα αρχιτεκτονικό μνημείο στη χλιδή από τον περασμένο αιώνα.

Η Catherine κρατά τον Bruce από το μπράτσο, όσο μπαίνουν μέσα στην έπαυλη και κατευθύνονται προς τα ενδότερα. Από τα γύρω δωμάτια ακούγεται χαμηλή μουσική άρπας και τυμπάνων μαζί με αισθησιακούς ήχους ανθρώπινης απόλαυσης. Ένας ολόκληρος όροφος έχει διαμορφωθεί για το event, με σάλες γεμάτες τεράστιες μαξιλάρες, δίσκους με φρούτα και τραπέζια με κάθε λογής ναρκωτικά και διεγερτικές ουσίες. Κάποιοι συνομιλούν, άλλοι χαριεντίζονται, ένα όργιο ξεκινά σιγά-σιγά.

Η Catherine εξηγεί τους λιγοστούς κανόνες αυτής της νύχτας: δεν βγάζεις τη μάσκα σου, ούτε ρωτάς τον άλλον ποιός είναι - γενικά δεν μιλάς εάν δεν είναι απαραίτητο. Όλοι είναι εδώ για να απολαύσουν, δεν υπάρχουν αναστολές. Τον αφήνει, πιάνοντας έναν από τους καλεσμένους και οδηγώντας τον αγκαζέ παραπέρα.

Ο Bruce μένει να παρατηρεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και περιέργεια. Οι επαυξημένες του αισθήσεις πιάνουν μερικές φάτσες πίσω από τις μάσκες, τις οποίες αναγνωρίζει από εφημερίδες και δελτία ειδήσεων - η καλή κοινωνία και τα ένοχα μυστικά της, σκέφτεται. Μια κοπελίτσα τον πλησιάζει, τον γδύνει και αρχίζει να τον ερεθίζει. Τριγύρω δεν έχει αντιληφθεί την παραμικρή υπερφυσική παρουσία. Είναι ασφαλές να απολαύσει, αποφασίζει, και αφήνεται στην παρτενέρ του.

Η νύχτα ωριμάζει και σύντομα η κατάσταση σε όλον τον όροφο εξελίσσεται σε ένα ατέλειωτο όργιο. Ο Bruce παίζει, τρέφεται, αφήνεται, ώσπου αποφασίζει πως είχε αρκετά και ξεκινά να περπατά χαλαρά ψάχνοντας την Catherine. Την βρίσκει σε μια παραπέρα αίθουσα, καθισμένη σε μια καρέκλα, με μια γυναίκα στην πλάτη της να της κάνει μασάζ στον αυχένα. Η όψη της μασέρ τον εντυπωσιάζει: είναι απίστευτα χοντρή, ένας τόφαλος μέσα σε μια θάλασσα από σφριγηλά νεανικά κορμιά. Δίπλες σάρκας ξεκινούν από το λαιμό της και απλώνονται σαν καταρράκτης ως τον αστράγαλο, μια πρησμένη προσβολή στην καλαισθησία. Τις κοιτά για λίγο, ώσπου η Catherine ανοίγει τα μάτια της και βλέπει τον Bruce. Ένα χαμόγελο γεμίζει το πρόσωπό της και σηκώνεται να πάει προς το μέρος του. Η χοντρή γυναίκαι καρφώνει το βλέμα της στον Bruce, ο οποίος την κοιτά επίμονα και εξερευνητικά. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται για ένα μόνο κλάσμα, και μετά αμέσως αυτή κοιτά αλλού και απομακρύνεται παραπέρα.

Η Catherine τον αγκαλιάζει. “Λοιπόν, πώς σου φαίνεται;” Η φωνή της εξουθενωμένη αλλά λάγνη, οι κόρες των ματιών της διεσταλμένες από το κοκτειλ ουσιών που έχει πάρει. “Είμαι εντυπωσιασμένος”, απαντά αυτός χωρίς να απαντά. “‘Έλα, η νύχτα έχει μέλλον,” τον τραβά αυτή για μια ακόμη φορά στα μαξιλάρια.

Αφήνεται λίγο ακόμη, και σε κάποια στιγμή ξετρυπώνει και φεύγει βιαστικά πριν βγει ο ήλιος στον ορίζοντα. Η χοντρή υπήρξε φευγαλέα στο κάδρο σε δυο-τρεις ακόμη στιγμές, σαν να τον παρατηρούσε από μακριά.

 

Πρώτη Συνάντηση

Το επόμενο βράδι ο Bruce επιβιβάζεται στο ταξί του και χωρίς καθυστέρηση φεύγει προς το σπίτι της Catherine. Φτάνει μπροστά στην πόρτα της και πλησιάζει με το δάκτυλό του το κουδούνι, όταν ξαφνικά πιάνει κάτι ήχους μέσα από την πόρτα. Είναι ανεπαίσθητο, ακούγεται όμως σαν βογγητό. Αποφασίζει να προσεγγίσει από το μπαλκόνι.

Η πολυκατοικία της Catherine έχει ένα κύριο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό, μια σειρά από μπαλκόνια-κηπάκια σε διαμόρφωση καταρράκτη που πιάνουν μια ολόκληρη πλευρά του κτιρίου. Ο Bruce ανοίγει ένα από τα παράθυρα του διαδρόμου, και προσεκτικά ακροβατεί πάνω στο περβάζι από την έξω μεριά, είκοσι μέτρα πάνω από το έδαφος.

Πλησιάζει στο μπαλκόνι της Catherine. Η μπαλκονόπορτα είναι ελαφρώς ανοικτή και οι ήχοι ακούγονται καλύτερα. Το βογγητό είναι βογγητό απόλαυσης, σεξουαλικού χαρακτήρα. Παραξενεμένος, ο Bruce προσεγγίζει ώστε να πάρει διακριτικά ένα μάτι. Βλέπει το εσωτερικό της κρεβατοκάμαρας, με την Catherine γυμνή στο κρεβάτι και ανάμεσα στα πόδια της, η γυναίκα-τόφαλος να είναι σκυμμένη πάνω στο μουνί της. Ο Bruce οσφρίζεται - ιδρώτας και σεξουαλικά υγρά, αλλά ίχνος από την μεταλλική υφή της μυρωδιάς του αίματος.

Σηκώνει το τηλέφωνό του και καλεί τον αριθμό της Catherine. Δυο μέτρα παραπέρα, το κινητό αρχίζει να χτυπά στο τραπεζάκι. Αμέσως, η χοντρή παρουσία φεύγει προς τα πίσω, προς την πιό σκιερή γωνία του δωματίου, γινόμενη περίπου ένα με το σκοτάδι. Ο Bruce πασχίζει να την κρατήσει στο οπτικό του πεδίο επιστρατεύοντας όλες του τις αισθήσεις, κλείνοντας το τηλεφώνημα πριν απαντήσει η Catherine. Τι πλάσμα είναι αυτό, αναρρωτιέται ο Bruce. Κανένα ίχνος από Predatory Aura, καμία μυρωδιά αίματος, και όμως να τα γνώριμα χαρακτηριστικά του Obfuscate...

Η Catherine που στο μεταξύ είχε σηκωθεί, επιστρέφει στο κρεβάτι και ξαναξαπλώνει. Περνούν δέκα λεπτά ώσπου να έχει αποκοιμηθεί, με το πλάσμα να περιμένει ακόμη στη γωνιά του. Ξαφνικά ξαναβγαίνει σιγά σιγά, και πλησιάζει το κρεβάτι. Ακουμπά το σεντόνι και αρχίζει να το τραβά σιγά-σιγά.

Αρκετά, σκέφτεται ο Bruce. Βγάζει τα δύο αυτόματα που κουβαλά πάντα μαζί του και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο ρίχνοντας μια ριπή προς το μέρος της ξένης. Αυτή αστραπιαία παρατά το κρεβάτι και τρέχει προς το σαλόνι, πηδώντας από σκιά σε σκιά. Ξέρει καλά την τέχνη, αλλά το ίδιο και εγώ, σκέφτεται ο Bruce όσο τρέχει καταπίσω της. Η Catherine τσιρίζει αποσβολωμένη.

“Catherine, κάθησε εδώ, κινδυνεύεις!” φωνάζει ο Bruce και φεύγει προς τα μέσα. To πλάσμα είναι ήδη στην εξώπορτα προσπαθώντας να την ανοίξει. Ο Bruce ρίχνει μια ριπή που πιάνει το πλάσμα στην πλάτη, σπέρνοντας σφαίρες και σε όλο τον τοίχο. Αυτή δεν πτοείται, ανοίγει την πόρτα με μια σβελτάδα αφύσικη για το πάχος της και φεύγει τρέχοντας προς τις σκάλες.

Το αίμα του Bruce του δίνει δύναμη και ταχύτητα. Τρέχει δρασκελώντας τα σκαλιά δέκα-δέκα, μειώνοντας την απόσταση από το πλάσμα, ώσπου βρίσκει την ευκαιρία και φεύγει πάνω στην πλάτη της, ρίχνοντας την στον διάδρομο. Της προτάσσει το όπλο στο πρόσωπο και της λέει “μη με αναγκάσεις να σε σκοτώσω, πες μου τι θέλεις από την Catherine, ποιά είσαι;”

“Άφησέ με, τι θέλεις από μένα, φύγε!” φωνάζει αυτή όσο κοιτά με φόβο τον περίγυρο. Τα μάτια της έχουν την έκφραση ενός τρομαγμένου παιδιού παγιδευμένου με τον πανικό να κυριαρχεί, και ο Bruce διακρίνει τα πρώιμα σημάδια του Beast που ουρλιάζει από φόβο. Η σκάλα της πολυκατοικίας είναι ένα πλήρως ακατάλληλο σημείο για ένα fear frenzy, συλλογίζεται γρήγορα και απομακρύνει το όπλο του. Ρίχνει μια business card προς το μέρος της. “Εξαφανίσου”, της λέει, και αυτή τρέχει χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Γρήγορα ο Bruce γυρνά πίσω στο διαμέρισμα της Catherine, και την βρίσκει στο κρεβάτι σοκαρισμένη. “Δεν έχεις ιδέα με τι έχεις μπλέξει”, της λέει. “Πρέπει να προσέχεις ποιόν αφήνεις στο σπίτι σου!”
“Μα.. ήμουν μόνη... Bruce, τι συμβαίνει;” Πλαντάζει στο κλάμα. Ο Bruce της δίνει λίγο αίμα να την καθησυχάσει αλλά βλέπει πως δεν έχει το σωστό αποτέλεσμα. Η Catherine είναι σε κατάσταση σοκ. Την κουκουλώνει με μια κουβέρτα όταν ξαφνικά ακούγεται ένας χτύπος στην πόρτα.

“Chicago police, open up!”

O Bruce πηγαίνει στην πόρτα και την ανοίγει. Δυο μπάτσοι ρωτάνε για κάτι πυροβολισμούς που ακούστηκαν, επιμένουν να μπουν μέσα. Προσπαθεί να τους απωθήσει χωρίς επιτυχία, και ένας μπαίνει με τον τσαμπουκά. Ο Bruce κάνει μερικά χαλαρά βήματα προς το εσωτερικό και μεμιάς τρέχει προς το δωμάτιο, πηδά έξω στο μπαλκόνι και αρχίζει να σκαρφαλώνει σαν τρελός προσπαθώντας να ξεφύγει. Ένας από τους μπάτσους τον παίρνει στο κηνύγι, σκαρφαλώνοντας πίσω του στο μπαλκόνι.

Η ιδέα του Bruce είναι να χρησιμοποιήσει τον κήπο-καταράκτη για να κατέβει γρήγορα ώς τον τρίτο, και από εκεί να πηδήξει στα δέντρα του πεζοδρομίου. Το πρώτο πήδημα δεν είναι καλοσχεδιασμένο και χάνει έναν ολόκληρο όροφο, πέφτοντας άγαρμπα μέσα σε ένα θάμνο. Συνεχίζει με ταχύτητα όσο τα κόκκαλά του διαμαρτύρονται, ρίχνει ένα τυφλό άλμα προς το απέναντι δέντρο και καρφώνεται σε ένα ξερό κλαδί, λίγα μόνο εκατοστά από το στήθος του. Παραλίγο τόρπορ, σκέφτεται και αναλογίζεται τις συνέπειες όσο ρίχνει και το τελευταίο άλμα προσγειωνόμενος στο πεζοδρόμιο. Τρέχει στο ταξί, κρύβεται μέσα και την κατάλληλη στιγμή φεύγει τρέχοντας προς το haven του, πληγωμένος αλλά ζωντανός.

Το επόμενο απόγευμα, στο σταθμό των ταξί έχει παρκαρισμένο ένα περιπολικό. “Μαλακία”, σκέφτεται ο Bruce, “τόσο γρήγορα;” Παίρνει ένα τηλέφωνο την Catherine, και το σηκώνει ένας άντρας. Ο Bruce κλείνει αμέσως και καταστρέφει το τηλέφωνό του. Θα χρειαστεί να ειδοποιήσει τους πάντες, ολόκληρη διαδικασία, αλλά χίλιες φορές η ταλαιπωρία αυτή παρά να μπλέξεις με την ανθρώπινη αστυνομία. Στη συνέχεια πηγαίνει να παρατηρήσει το σπίτι της με απόλυτη προσοχή. Γρήγορα διακρίνει πως η πολυκατοικία είναι υπό παρακολούθηση, ενώ το σπίτι μοιάζει άδειο και σκοτεινό. Ευκολα προσπερνά τον παρατηρητή και ανεβαίνει ως την εξόπορτα, όπου δεν ακούει τον παραμικρό ήχο. Η Catherine δεν είναι εκεί.

Η κατάσταση έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνη, αποφασίζει ο Bruce. Θα χρειαστεί να λουφάξει σε αυτό το μέτωπο λίγο καιρό ώσπου να ηρεμήσουν τα πράγματα. Πολλές απορίες, ίσως στο μεταξύ να μπορέσει να βρει μερικές απαντήσεις.

Συμπτωματικά, το ίδιο βράδυ έρχεται ένα τηλεφώνημα από τη Μίριαμ.

“Τι γίνεσαι κυνηγέ μου;”
“Πάλι μπλεγμένος είμαι Μίριαμ, χαμός!” απαντά ο Bruce.
“Χαίρομαι, δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από εσένα! Να σου πω, τι κάνεις την άλλη Κυριακή; Είναι η πρώτη Κυριακή του μήνα και μαζί έρχεται και το καθιερωμένο Elysium. Ένα θέμα έχει μόνο στην ατζέντα, την παραδειγματική τιμωρία του Bishop Birch για την παράβαση των νόμων του περασμένου Elysium. Θα μαζευτεί όλη η καλή κοινωνία. Πυρωμένο σπαθί λένε οι φήμες... Έχω κρατημένη μια θέση στην πρώτη σειρά αν θέλεις να με συνοδεύσεις!”