
Μέσα στο καταχείμωνο, ένα καράβι γεμάτο παλιοσίδερα δένει στο εμπορικό λιμάνι της πόλης. Το ξεφόρτωμα χρειάζεται ώρες και θα διαρκέσει μέχρι αργά τη νύχτα. Μαζί με το δηλωμένο εμπόρευμα, το καράβι φέρνει στο Σικάγο και αρκετούς αδήλωτους επιβάτες: μια μαφία σύγχρονων σκλαβεμπόρων εισάγει ένα τσούρμο ταλαίπωρων μεταναστών αλλά και δυο πολύ σκοτεινότερες φυσιογνωμίες. Ο ένας, λεπτοκαμωμένος και με λιτά χειμωνιάτικα ρούχα δεν τραβάει ιδιαίτερα την προσοχή. Ο άλλος, ένας τεράστιος μυώδης τύπος με όλο του το σώμα καλυμμένο με tribal και μυστικιστικά τατού, ντυμένος με δερμάτινα και καρφιά, είναι σίγουρα ένα ζοφερό θέαμα. Mephisto και Dogon.
Οι δυο βρικόλακες έρχονται ως πρόδρομοι μιας μεγαλύτερης μετανάστευσης. Χρόνια ετοιμασίας καταλήγουν στην μεγάλη στιγμή της εισόδου στο Σικάγο από μια ομάδα φανατισμένων μηδενιστών με στόχο την πρόκληση ενός ανείπωτου χάους. Ήδη έχει μετακομίσει στην μητρόπολη ένα μέλος από την κυψέλη του Belial's Brood, οι δύο νεοφερμένοι έρχονται στη συνέχεια και θα ακολουθήσουν και αρκετοί άλλοι τις επόμενες βδομάδες.
Ο γερανός κουβαλάει μια συστάδα από μακριά σίδερα οικοδομής. Ο Mephisto πιάνεται από την αλυσίδα, ενώ ο Dogon σκύβει στα τέσσερα και γαντζώνεται στην κάτω μεριά από τα σίδερα, συγκολλημένος με την βοήθεια της ανίερης δύναμης που του προσφέρει η υποταγή στον άρχοντα του σκότους.
Με το που πατάνε στο τσιμέντο, οι βρικόλακες οσμίζονται τον αέρα και χάνονται μέσα στη νύχτα, βγαίνοντας από το λιμάνι. Βρίσκουν ένα ταξί και επιβάλλουν στον οδηγό να τους φέρει στο Cabrini Green, ένα γκέτο ξεχασμένο πίσω από την σκιά από τους τεράστιους γυάλινους ουρανοξύστες του The Loop.

Το Cabrini Green είναι μια θλιβερή γειτονιά, γεμάτη απόγνωση, φτώχεια και σκληρά ναρκωτικά. Ένας τόπος όπου οι συμμορίες δρουν ανεξέλεγκτες και οι κάθε λογής παρανομίες μένουν ανεξιχνίαστες.
Οι δυο βρικόλακες γεύονται την σαπίλα στον αέρα και περιδιαβαίνουν ανάμεσα στα κτίρια μέχρι να βρουν αυτό που θέλουν. Σε κάποια στιγμή, μια μικρή μεταλλική πόρτα σε ένα τυφλό δρομάκι γεμάτι γκραφίτι, σκουπίδια και πεταμένες σύριγγες τους τραβά την προσοχή. Ο Dogon πλησιάζει στην πόρτα και συμπιέζει το σώμα του, συνθλίβοντας τα κόκκαλά του κάτω από το ελάχιστο κενό που αφήνει η πόρτα από το σάπιο τσιμέντο του πατώματος. Χωρίς πόνο, το σώμα του υπακούει, και ο τερατώδης βρικόλακας βρίσκεται μέσα στο υγρό υπόγειο. Ρίχνει μια ματιά: τοίχοι γεμάτοι υγρασία που δεν έχουν βαφτεί ποτέ, βρωμερά λιμνάζοντα νερά, σκουπίδια και ακαθαρσίες ανθρώπων, αρουραίων και ποιος ξέρει τι άλλο. Ο χώρος μοιάζει πλήρως παρατημένος εδώ και χρόνια - ο,τι καλύτερο για την φωλιά των Belial's Brood.

O Dogon ανοίγει την πόρτα από μέσα, ο Mephisto μπαίνει και επιθεωρεί τον χώρο, γνέφοντας με ικανοποίηση. Ένα ταιριαστό κρυσφήγετο, από το οποίο θα γραφτούν οι επόμενες ένδοξες σελίδες της ιστορίας της κυψέλης των ανίερων βρικολάκων.
Ο Jacob αχόρταγος
Τις τελευταίες εβδομάδες ο Jacob Matthews νοιώθει ιδιαίτερα μόνος. Όσο μέσα στο Ordo Dracul όλοι ασχολούνται με την κατανόηση του νέου Coil που έφερε ο Nyamba και τις διάφορες σχετικές διατριβές, ο Jacob περιμένει μάταια να δείξει κάποιος έστω και το ελάχιστο ενδιαφέρον για την δική του προσωπική αναζήτηση στον δρόμο του Locust. O Donovan είναι έντονα δηκτικός, επιμένοντας πως η σπουδή πάνω στις ψυχές των ανθρώπων πρέπει να γίνεται με σεβασμό στις αξίες του Humanity, με αποτέλεσμα να τον αποτρέπει από τις πιο νόστιμες, πιο ζουμερές στιγμές.
Εδώ και μέρες, ο Jacob έχει βρει ένα νέο αντικείμενο πόθου, που κρατά κρυφό από τον master του: ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, προσωποποίηση της αθωότητας, γόνο μεσοαστικής οικογένειας, πλημμυρισμένη με τις αδέξιες εφηβικές ανησυχίες της. Την παρακολουθεί συχνά, μαθαίνοντας τις ρουτίνες της και παρατηρώντας τις κινήσεις της μετά τη δύση του ήλιου. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη, μαθήματα μπαλέτου - η μάνα της την πηγαινοφέρνει, βρίσκοντας λίγο χρόνο να αφιερωθεί στο να κερατώνει τον άντρα της στο ενδιάμεσο. Είναι μια έξοχη ευκαιρία για κυνήγι.

Την επίμαχη Πέμπτη, ο Jacob έχει στηθεί σε μια στάση λεωφορείου δίπλα στη σχολή μπαλέτου. Την κλασική ώρα, το SUV της μάνας παρκάρει στη γωνία, αφήνει την Έμμα και φεύγει γοργά. Το κρύο είναι τσουχτερό. Ο Jacob πλησιάζει την έφηβη. "Καλησπέρα Έμμα", της λέει στοργικά. "Με γνωρίζετε κύριε;", απαντά το κορίτσι. "Είμαι ο πατέρας του Μάλκολμ, του παιδιού με το κοντό καστανό μαλλί που έρχεται στην τάξη σου", απαντά γρήγορα ο Jacob, έχοντας έτοιμη τη στιχομυθία. "Ο γιός μου έπαθε εγκεφαλικό και είναι στο νοσοκομείο... είμαι πολύ ταραγμένος", συνεχίζει ο κυνηγός. "Ω! Λυπάμαι πολύ κύριε Wytherton, ο Μάλκολμ είναι καλός μου φίλος!" Το κορίτσι αφήνει τις άμυνες παράμερα και αρχίζει να ρωτάει για τον νεαρό - ο Jacob συνεχίζει τις ψευτιές, οδηγώντας την στο πάρκο απέναντι από τη σχολή, δήθεν για να τον παρηγορήσει. Το ένστικτο του κηνυγού είναι στο κόκκινο, η μυρωδιά αθωότητας του κοριτσιού τον εξιτάρει τρελά.
Στην πρώτη ευκαιρία την αρπάζει και μπήγει τους κυνόδοντές του στο λαιμό της. Την ρουφά με μανία, νοιώθει την καρδιά της στην αρχή να πάλλεται με τρόμο, σιγά σιγά οι χτύποι ασθενούν, ο Jacob συνεχίζει να ρουφά με πάθος, φτάνει η παύση των καρδιακών χτύπων και τότε ξεκινάνε να έρχονται οι αναμνήσεις. Παιδική αθωότητα, τριγμοί στην οικογένεια, όνειρα για το μέλλον που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθούν, μια εντελώς ανθρώπινη και τρυφερή ύπαρξη που υποκύπτει στα δόντια του βρικόλακα. Τρελά γούστα.

Ο Jacob αφήνεται στη στιγμή, συνεχίζοντας να ξεζουμίζει κάθε ίχνος εμπειρίας από το κορμί που ξεψυχά στα χέρια του. Οι εικόνες τον βομβαρδίζουν, μέχρι που τελικά σταματούν και επιστρέφει η προηγούμενη σκηνή του πάρκου. Το κορίτσι είναι νεκρό, ενώ το χορτάρι σε ακτίνα δυο μέτρων έχει ζαρώσει. Μέσα στην μέθη της στιγμής, έρχεται στο μυαλό του Jacob η φυσιογνωμία του Donovan, να κουνά το δάχτυλο σαν δάσκαλος δημοτικού, μιλώντας για masquerade και πίπες. "Άντε γαμήσου", θα ήθελε να φωνάξει ο Jacob, αλλά τελικά δεν το κάνει. Κοιτά τα αμάξια που είναι παρκαρισμένα τριγύρω, μπας και μπορέσει να κρύψει κάπου το πτώμα. Δοκιμάζει ένα χερούλι, και ο συναγερμός του αυτοκινήτου αρχίζει να τσιρίζει. Μέγιστη ξενέρα. Βγάζει το μαχαίρι του και δίνει μια στο τεπόζιτο - ένα ρυάκι βενζίνης απλώνεται στην άσφαλτο. Αφήνει δίπλα του το πτώμα, κάνει μερικά μέτρα και ρίχνει δυο πυροβολισμούς στο αυτοκίνητο, το οποίο άμεσα τυλίγεται στις φλόγες.
Η άδοξη κατάληξη της στιγμής ενοχλεί τον Jacob, ο οποίος αποφασίζει να επιστρέψει εσπευσμένα στο haven του ώστε να κλειστεί στις εμπειρίες του κοριτσιού και να τις γευτεί ανενόχλητος. Για όλη την υπόλοιπη νύχτα, κλείνει τα μάτια του και αφοσιώνεται στις εικόνες. Χωρίς να το καταλάβει, οι ώρες περνάνε και ο ήλιος ανεβαίνει στον ορίζοντα.
Για όλο αυτό το διάστημα, οι εντελώς ανθρώπινες εμπειρίες του κοριτσιού τον κατακλύζουν. Μέσα στα όνειρα όμως παρεμβάλλονται και άλλες σκηνές, οι οποίες σαν να ανήκουν σε ένα άλλο όνειρο. Βλέπει μια περιοχή με σπιτια με κήπο όπως αρμόζουν στο καλό αμερικάνικο όνειρο, ένα αδιέξοδο με πλατειούλα στο τέλος, και ένα σπίτι διαφορετικό από τα άλλα, παρατημένο και μαραζωμένο. Στο τέλος από τις φλασιές φαίνεται και το όνομα του δρόμου, Wytherton Road, το όνομα που πήρε ο Jacob δήθεν του πατέρα του νεαρού με το εγκεφαλικό. Όταν ξυπνά το επόμενο βράδι, ο Jacob είναι αποφασισμένος να βρει το τι κρύβει αυτό το δεύτερο όνειρο- μέσα-στο-όνειρο.
Wyterton Road
Ο Jacob κατεβαίνει στο δρόμο και παίρνει ένα ταξί. Υπάρχουν πέντε Wytherton Road στην ευρύτερη περιοχή του Σικάγο, θα πάνε σε όλους μέχρι να βρουν το σκηνικό από το όνειρό του. Ύστερα από ένα μακρύ ταξίδι, βρίσκουν το επίμαχο σημείο, ακριβώς όπως ήταν στο όνειρο. Ήσυχη μεσοαστική περιοχή, με ένα σπίτι της γειτονιάς βυθισμένο στη λήθη και την εγκατάλειψη.
Ο Jacob κάθεται για μερικές ώρες παρατηρώντας την κίνηση στη γειτονιά. Όλα τα υπόλοιπα σπίτια έχουν ζωή πέρα από το συγκεκριμένο. Αφου σιγουρεύεται πως δεν υπάρχει καμία κίνηση, αποφασίζει να εξερευνήσει. Κάνει μια γυρα στην χορταριασμένη αυλή - μοιάζει πως κανείς δεν έχει πλησιάσει εδώ και χρόνια. Ένα παράθυρο στο ισόγειο είναι ανοικτό, με ένα κομμάτι ξεθωριασμένο ύφασμα σκαλωμένο σε ένα καρφάκι που προεξέχει. Κάποιος βγήκε από εδώ, χρόνια πριν. Μπαίνει μέσα στο σπίτι.

Σιγά σιγά, αρχίζει να περπατά μέσα στα δωμάτια, προσπαθώντας να κατανοήσει την ιστορία και τα μυστικά του μέρους. Είναι ένα σπίτι αυστηρό και τακτοποιημένο, χωρίς χαρά, με συντηρητικά χρώματα και μοτίβα. Οι φωτογραφίες δείχνουν μια μητέρα με δυο κόρες, μια ζωή πειθαρχίας και επιβολής χωρίς κοινωνική ζωή. Ένα εφηβικό ημερολόγιο σε ένα δωμάτιο εξιστορεί την ψυχολογική κατάρρευση της μάνας με τα χρόνια, η οποία γίνεται ολοένα και πιο αυστηρή και ανυπόφορη με τις κόρες της, η μητρική αγάπη σιγά σιγά μετουσιώνεται σε μια άρρωστη σχέση εξουσίας. Στο υπόγειο, δεμένο πάνω σε ένα σιδερένο κρεβάτι υπάρχει ένα σκελετωμένο γυναικίο πτώμα, δεμένο σφιχτά με ζωνάρια. Η τελευταία πράξη του οικογενειακού δράματος, οι κόρες που αφήνουν την μάνα να πεθάνει για να γλιτώσουν από την καταπίεση. Ο τόπος μυρίζει θάνατο και αμαρτία.
Ο Jacob, ως μέλος του Ordo Dracul, γνωρίζει τι θα έπρεπε να πράξει. Ενημερώνοντας τους ανώτερούς του, θα σταλεί μια ομάδα αναζήτησης να καταγράψει την πνευματική κίνηση του μέρους. Θα υπάρξει μια κατάλληλη επεξεργασία, και μελετητές θα σταλούν με διάφορα foci να συμπιέσουν τις ενέργειες και να ανοίξουν ένα νέο Locus ώστε να ξεζουμίσουν οτιδήποτε χρήσιμο από μεταφυσικής σκοπιάς. Και φυσικά, ο Jacob δεν πρόκειται να ξαναπατήσει εδωμέσα, όντας αναρμόδιος... Το δικό του σπίτι, που αυτός βρήκε από τα προσωπικά του όνειρα, θα του κλαπεί μέσα από τα χέρια του για να το απολαύσουν άλλοι. Δεν πρόκειται να το δεχτεί. Η σιωπή είναι η μόνη λύση.

Τις επόμενες αρκετές ημέρες, το σπίτι είναι η καθημερινή εμμονή του βρικόλακα. Περνά όσο περισσότερες ώρες μπορεί μέσα στο υπόγειο, απολαμβάνοντας τη θανατίλα και την αμαρτία, ξαναδιαβάζοντας το παιδικό ημερολόγιο, φαντασιωνόμενος τις κινήσεις των κοριτσιών, την μητρική καταπίεση και το φρικαλέο τέλος. Ταυτόχρονα, νοιώθει πως κανείς μέσα στο Ordo δεν θα καταλάβαινε τη γεύση αυτού του σπιτιού, κανείς δεν θα μπορούσε να του το διαβάσει έτσι όπως αυτός θέλει.
Μέρα με τη μέρα, απορρίπτει τους συντρόφους του ώσπου νοιώθει πραγματικά μόνος. Τόσα χρόνια, το Ordo τον σπρώχνει σε ένα δρόμο που ο ίδιος δεν επέλεξε. Ίσως είναι η στιγμή για πρώτη φορά να χαράξει ένα δικό του μονοπάτι. Ένα βροχερό βράδι, μέσα σε θανατερό παραλήρημα, ο Jacob ξεχύνεται έξω στην πόλη και περπατά στα τυφλά, αποφεύγοντας κάθε τι γνώριμο - όσα έχει δει μέχρι σήμερα δεν του αρκούν για να πάρει τις απαντήσεις που θέλει.
Ώρες αργότερα, χωρίς να ξέρει ούτε πού βρίσκεται ούτε πώς βρέθηκε εκεί, καταλήγει μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα γεμάτη γκραφίτι σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο του Cabrini Green. Η μυρωδιά του beast είναι έντονη. Σπρώχνει την πόρτα και τη βρίσκει ανοιχτή. Μπαίνει μέσα στην υπόγα.
Ένας νέος εναγκαλιασμός
Ο Dogon εκείνη την ώρα βρίσκεται μέσα στο υπόγειο, περιμένοντας τον Mephisto να γυρίσει με νέα από την επόμενη φουρνιά εισβολέων που λογικά καταφτάνει από μέρα σε μέρα. Βλέποντας την σκιά του Jacob να κατεβαίνει τις σκάλες ανησυχεί - ο βρικόλακας που κατεβαίνει δεν είναι εξοικιωμένος με το σκοτάδι. Μα τον Βελζεβούλ, τι γυρέυει αυτός ο τύπος στη φωλιά τους;
Ο Jacob μιλά πρώτος. "Δεν ξέρω ποιός είσαι ούτε γιατί βρίσκομαι εδώ. Κανείς δεν με καταλαβαίνει. Ψάχνω απαντήσεις, αληθινές απαντήσεις." Ένα χαμόγελο σπάει στο πρόσωπο γεμάτο τατουάζ του Dogon. Ανάβει ένα φωτιστικό του δρόμου που έχει περισυλλέξει, αφήνοντας τις σκιές να περιγράψουν το τερατώδες, μυώδες σώμα του. "Πέρασε μέσα αδελφέ, μην φοβάσαι. Το σκοτάδι σε οδήγησε σωστά. Πριν από κάποια χρόνια, και εγώ βρισκόμουν στη θέση που είσαι εσύ σήμερα. Θα σου δώσουμε τις απαντήσεις που περιμένεις."
Η εικόνα του Dogon, γεμάτη απόκρυφα τατουάζ και με το χαμόγελο με τα ακονισμένα δόντια, παραδόξως δεν τρομάζει τον Jacob. Οι λέξεις ρέουν εύκολα από το στόμα του. "Ονομάζομαι Jacob Matthews, Dedicated Scribe of the Locust. Ζω χρόνια στο Σικάγο αν και ποτέ δεν ένοιωθα πως ανήκω. Περπατάω μονοπάτια που κανείς δεν καταλαβαίνει, νοιώθω μοναξιά!" Τα λόγια αυτά ακούγονται σαν μουσική στα αυτιά του Dogon. Όπως και κάθε μέλος του Belial's Brood, κανένας τους δεν γεννήθηκε μέσα στην διαβολική αυτή κυψέλη. Κάθε ένας τους άκουσε σε μια αντίστοιχη στιγμή το μαύρο κάλεσμα, έψαξε για απαντήσεις, και ο μαύρος αφέντης τους οδήγησε έναν-έναν στην ανίερη αγκαλιά του Belial.

Ο Dogon αναλαμβάνει να καθησυχάσει τον Jacob, λέγοντάς του πως αυτή τη στιγμή ανοίγεται μπροστά του ένα νέο μονοπάτι, απελευθερωμένο από τα τεχνητά δεσμά της κοινωνίας των kindred, και πως εάν ακολουθήσει το κάλεσμα, θα μπορέσει να πάρει την δύναμη που του αναλογεί και τις ουσιαστικότερες απαντήσεις που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει.
Λίγα λεπτά αργότερα, καταφτάνει και ο λεπτοκαμωμένος Μεφίστο στο κρησφύγετο. Βλέποντας το βλέμα του Dogon, τίγκα στον ενθουσιασμό, ο Mephisto καταλαβαίνει την σκηνή - είναι άλλωστε μάστορας στο να διαβάζει πρόσωπα και να μετουσιώνει την πραγματικότερα με τα πιο γλυκά λόγια που χτυπάνε απευθείας τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής του απέναντι. Καλωσορίζει τον Jacob, λέγοντάς του πως τα δεσμά του θα σπάσουν μόλις αυτός είναι έτοιμος να τα εγκαταλείψει, και πως ο σκοτεινός αφέντης τού χάρισε αυτή την αντάμωση. Γνωρίζει καλά το Ordo, έτσι ώστε να το παρουσιάσει σαν μια ανήλεη πυραμίδα που θυσιάζει την βάση για την τέρψη της κορυφής, την οποία ο Jacob δεν πρόκειται να κατακτήσει. Σαγηνεύει τον Jacob με ιστορίες δύναμης, απελευθέρωσης και πραγματικής γνώσης.
Στο πλάι του Mephisto και του Dogon και με την καθοδήγησή τους, ο Jacob θα μπορέσει να σπάσει όλα τα δεσμά του, να αφήσει πίσω το άδοξο εβραϊκό του όνομα και να ανακαλύψει το πραγματικό του όνομα, να ξεπεράσει τη φύση του και να βρεθεί σε επίπεδα που ούτε τολμούσε να ονειρευτεί.
Πριν τελειώσει η νύχτα, οι δυο σκοταδιστές μυούν τον Jacob στην ανίερη τελετή του Vaulderie, σπάζοντας τους δεσμούς αίματος με το Ordo και τον Donovan, φέρνοντας την ψυχή του ένα βήμα πιο κοντά στον άρχοντα του σκότους. Σιγά σιγά, ο άρχων θα του αποκαλυφτεί, δίνοντάς του δύναμη και γνώση. Ένα-ένα, τα δεσμά του θα σπάσουν, και όταν κάνει την συμβολική υπέρβαση, σκοτώνοντας δίκαια τον έως τότε δυνάστη του Donovan, θα γίνει πλήρες μέλος του Brood. Τα αδέρφια του, από την κυψέλη που κάθε μέρα μεγαλώνει, θα του συμπαρασταθούν και το ίδιο θα κάνει και αυτός.
Ο Jacob είναι ενθουσιασμένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τάσσεται στο πλευρό των νέων του δασκάλων.

Ένας θρύλος γεννιέται
Μέσα στον παγερό χειμώνα, οι τρεις βρικόλακες ετοιμάζουν τον μύθο που θα τους επιτρέψει να στρατολογήσουν όλο το γκέτο με το μέρος τους. Ένας μανιακός τελετουργικός δολοφόνος ξεπηδά μέσα στο Cabrini Green, άτρωτος στα πάντα, που γδέρνει τα πρόσωπα των θυμάτων του και τα κεντά στο πρόσωπό του, ενώ ανταμείβει αυτούς που τον ακολουθούν πιστά. Όσο ο Dogon ενσωματώνει τον θρύλο του δολοφόνου με τα καρφιά, ο Jacob και ο Mephisto λυγίζουν τις συνειδήσεις των συμμοριτών και χορογραφούν την κάθε δολοφονία, κερδίζοντας ολοένα και περισσότερο έδαφος στην παραμελημένη συνοικία. Και άλλα μέλη του Belial's Brood προστίθενται εν καιρώ στην κυψέλη, γράφοντας την πρώτη πράξη ενός δράματος με τεράστιες προεκτάσεις για την Tranquility του Πρίγκηπα Maxwell, που πολύ σύντομα θα δοκιμαστεί ουσιαστικά.
