Αν και τα μάτια της Έριν είναι ανοικτά, δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα πέρα από αμυδρές σκιές, ελάχιστες θαμπές κινήσεις. Δεν μπορεί να σκεφτεί, να επεξεργαστεί το περιβάλλον της, το σώμα της χάσκει παράλυτο. Όλα πάγωσαν μόλις ο Seneschal της πέρασε το μακρύ ξύλινο ραβδί του μέσα από την καρδιά. Νοιώθει να την μετακινούν. Ο χρόνος είναι συγκεχυμένος.
Ξαφνικά, ένα χέρι τραβάει το ξύλινο ραβδί με μια σίγουρη κίνηση. Σαν κατακλυσμός, το νεκρό σώμα ξανακινείται, ένας σπασμός τρόμου την διαπερνά. Οι αισθήσεις της ξαναγυρνούν, προσπαθεί να καταλάβει που βρίσκεται. Τριγύρω της σκοτάδι, κανένα φως, κανένα χρώμα. Νοιώθει πως βρίσκεται ξαπλωμένη. Κάνει να κινηθεί και μεμιάς αντιλαμβάνεται πως είναι ακινητοποιημένη με μεταλλικά ελάσματα στα χέρια, πόδια, στη μέση και στο λαιμό. Νοιώθει να φρικάρει, το κτήνος απελπίζεται με την αιχμαλωσία, σπαρταράει αλλά τα δεσμά δεν ενδίδουν ούτε στο ελάχιστο. Προσπαθεί να συγκρατηθεί, ακροβατώντας στην αιχμή μιας αβέβαιης ισορροπίας τρόμου. Ξαφνικά νοιώθει μια ισχυρή παρουσία beast δίπλα της - πάνω; τριγύρω; και χάνει τον έλεγχο.
Άγνωστο πόση ώρα αργότερα, ανοίγει και πάλι τα μάτια της. Το ίδιο απόλυτο σκοτάδι, τα δεσμά ανέγγιχτα. Νοιώθει εξουθενωμένη, αδύναμη. Καμία παρουσία αυτή τη φορά τριγύρω της. Παλεύει, προσπαθεί να κουνηθεί, απελπίζεται, παραδίδεται. Συλλογίζεται την απελπιστική της κατάσταση, σιγοκλαίει παραδομένη.
Λίγα εκατοστά παραπέρα, μέσα στο ίδιο απόλυτο σκοτάδι, η λιγνή φιγούρα του ιεροεξεταστή Herzog την παρατηρεί επιμελώς. Δεν κάνει τον παραμικρό θόρυβο, η παρουσία του κρυμμένη απόλυτα από τις αισθήσεις της. Μεθοδικά διαβάζει τους σπασμούς στο πρόσωπό της, βλέπει τα δάκρυα αίματος και τις φρίκες του κτήνους της, μελετά την προσέγγισή του.
Ξαφνικά, ένα εκτυφλωτικό φώς επιτίθεται στο πρόσωπο της Erin, μια λάμπα χειρουργείου τσακίζει τα ευαίσθητα μάτια της απλώνοντας ρίγη πόνου. Ο ιεροεξεταστής, με το χέρι ακόμη πάνω στον ηλεκτρικό διακόπτη, την κοιτά υπομονετικά. Όταν τα μάτια της ηρεμούν, η Erin κοιτά προς το μέρος του. “Γιατί μου το κάνεις αυτό; Θα μιλήσω, θα σου πω ό,τι θέλεις να μάθεις!”
Μια βραχνή, ήσυχη φωνή βγαίνει από τα χείλη του ιεροεξεταστή. “Δεν μου χρειάζονται τα λόγια σου, γεμάτα δηλητήριο, για να μάθω την αλήθεια. Οι εικόνες που έζησες είναι χαραγμένες στη μνήμη σου, αμόλυντες από ψέματα, μισές αλήθειες και προσχήματα. Από εκεί θέλω να τις δω, και το κτήνος σου θα μου τις φέρει”.
Ανοίγει μια μικρή δερμάτινη τσάντα και βγάζει μια θήκη. Ανοίγει το καπάκι, πάνω στο βελούδινο κάλυμμα βρίσκονται δυο μεγάλα, χοντρά μεταλλικά καρφιά, είκοσι εκατοστά μήκος επί πέντε πάχος. Είναι φτιαγμένα από κάποιο μυστήριο σκούρο μεταλλικό κράμα που λαμπυρίζει αμυδρά στο φως, σαν κάτι τρεμοπαίζει κάτω από τη μεταλλική επιφάνεια. Η Εριν τον κοιτάει τρομοκρατημένη. Ο ιεροεξεταστής παίρνει το πρώτο καρφί και το πλησιάζει στο πρόσωπό της. Με το ένα χέρι, κρατά το κεφάλι της ακίνητο και με το άλλο καρφώνει το καρφί μέσα στο αριστερό της μάτι, αργά και σταθερά. Η Έριν υποκύπτει στον πόνο άμεσα, το κτήνος σφαδάζει ανήμπορο να σπάσει τα δεσμά. Ο ιεροεξεταστής με μεθοδική ακρίβεια βυθίζει το καρφί μέσα στο κρανίο της, και μετά επαναλαμβάνει την διαδικασία στο άλλο της μάτι.
Η Εριν σφαδάζει, το κτήνος προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές που δεν μπορεί να κλείσει, ουρλιάζει, ώσπου εξαντλείται, στα πρόθυρα της λήθης. Τότε ο ιεροεξεταστής τραβά μεμιάς τα καρφιά, απελευθερώνοντάς την από τον πόνο και αφήνοντάς την να βυθιστεί στο σκοτάδι. Σβήνει το φως και την αφήνει μόνη στο σκοτάδι.
Λίγα μέτρα πιο ψηλά, στα ιδιαίτερά του δωμάτια, ο ιεροεξεταστής Herzog αφήνει τα δυο μεγάλα ματωμένα καρφιά πάνω στο μεγάλο σκαλιστό ξύλινο τραπέζι. Κάθεται στην καρέκλα του, πιάνει από ένα καρφί σε κάθε χέρι και τα εξετάζει. Ξάφνου σαν να παίρνει την απόφαση, και με μια εκπαιδευμένη και συντονισμένη κίνηση τα καρφώνει μέσα στις δικές του κόγχες των ματιών.
“Λοιπόν, για να δούμε τι έχεις να μας διηγηθείς...”

